Δράση 3: Σύστημα Καλλιεργειών Χαμηλών Εισροών
Στο πλαίσιο της Δράσης 3 διαμορφώθηκαν τα πρωτόκολλα Χαμηλών Εισροών (LCM) όπως προβλεπόταν στο τεχνικό δελτίο του έργου, τα οποία συμπληρώνονται με τις εξειδικευμένες Οδηγίες Φυτοπροστασίας που έχουν συνταχθεί με βάση τους επιζήμιους οργανισμούς για το βαμβάκι, το καλαμπόκι (συν. αραβόσιτος)  και τη βιομηχανική τομάτα και τα μέσα αντιμετώπισης που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν (βιολογικά, καλλιεργητικά χημικά κ.α). Επιπρόσθετα, στα πλαίσια αυτής της Δράσης έχουν εκδοθεί οδηγίες ορθής καλλιέργειας του βαμβακιού καθώς και σύντομες οδηγίες για τους παραγωγούς που θα τους βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του σοβαρότερου προβλήματος του σημαντικότερου, τα τελευταία χρόνια, εντομολογικού εχθρού που είναι το πράσινο σκουλήκι, ένα λεπιδόπτερο που το 2010 προκάλεσε σοβαρότατες ζημιές και απώλεια παραγωγής στο βαμβάκι και τη βιομηχανική τομάτα.
Τα εκδοθέντα, στα πλαίσια του έργου, πρωτόκολλα έχουν ήδη αξιολογηθεί από επιστήμονες εκτός δικτύου EcoPest καθώς και από άλλους τεχνικούς επιστήμονες (πχ γεωπόνοι περιοχής κ.α). Σε αυτά έχουν ήδη ενσωματωθεί οι οκτώ (8) ευρωπαϊκές αρχές πρωτοκόλλων ολοκληρωμένης φυτοπροστασίας οι οποίες εκδόθηκαν το 2009 με στόχο την εναρμόνιση των Κρατών Μελών στα πλαίσια της εφαρμογής της Νομοθεσίας για τα Γεωργικά Φάρμακα. Ειδικότερα, όσον αφορά στα μέτρα για την πρόληψη και/ή καταστολή των επιζήμιων οργανισμών, στην πιλοτική περιοχή υποστηρίχθηκε και εφαρμόστηκε πρόγραμμα αμειψισποράς, εισάγοντας το σιτάρι ως ενδιάμεση καλλιέργεια και για τις τρεις καλλιέργειες, πραγματοποιήθηκε πρακτική άσκηση για την ενημέρωση των παραγωγών σχετικά με τη σημασία της λήψης μέτρων υγιεινής για την πρόληψη διασποράς κονδύλων  κύπερης με στόχο την αποφυγή εξάπλωσης του πιο δυσεξόντωτου ζιζάνιου στην πιλοτική περιοχή στο βαμβάκι και στο καλαμπόκι και έγιναν προκαταρτικά πειράματα για την ταξινόμηση των πιο σημαντικών υβριδίων σε ανεκτικότητα όσον αφορά τον ανταγωνισμό με ζιζάνια.
Στον τομέα της ανάπτυξης εργαλείων παρακολούθησης τοποθετήθηκαν τρεις τύποι παγίδων στις τρεις καλλιέργειες της περιοχής για παρακολούθηση των εντομολογικών εχθρών, έγιναν εκτεταμένες επισκέψεις για την παρατήρηση της φυτοϋγείας και πραγματοποιήθηκε παρακολούθηση κλιματικών παραμέτρων μέσω μετεωρολογικών σταθμών του προγράμματος και διαθέσιμων δικτύων από το διαδίκτυο. Τα παραπάνω χρησιμοποιήθηκαν για της εκτίμηση της πιθανότητας εμφάνισης επιζήμιων οργανισμών και για τον προσδιορισμό παραθύρων ψεκασμών.
Στο αντικείμενο των επίπεδων οικονομικής ζημιάς ως βάση λήψης απόφασης, αν και σαν αντικείμενο ξεπερνά τις δυνατότητες και τους σκοπούς του EcoPest (μιας και για κάτι τέτοιο απαιτείται μακροχρόνιος πειραματισμός σε πολλαπλές τοποθεσίες), έγινε ανασκόπηση της ελληνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας και δόθηκαν ενδεικτικά όρια επέμβασης τόσο μέσα από τις Οδηγίες Φυτοπροστασίας όσο και με τις ειδικές εκδόσεις (πχ για το πράσινο σκουλήκι).
Στο κομμάτι της προτίμησης μη χημικών μεθόδων έγιναν σημαντικές δράσεις όπως είναι η εφαρμογή του μηχανικού σκαλίσματος στο καλαμπόκι και το βαμβάκι ως τρόπου καταπολέμησης των ζιζανίων, υποστηρίχτηκε η δράση μικροβιακών και χαμηλής τοξικότητας παραγόντων και εισήχθη το θειάφι στην περιοχή το οποίο αν και ανόργανο στοιχείο αποτελεί σήμερα το 1 από τα 2  ευρύτερα χρησιμοποιούμενα, στη βιολογική γεωργία, στοιχεία.
Στο κομμάτι της εξειδίκευσης στόχου και ελαχιστοποίησης των παρενεργειών έγιναν αλλαγές του παλαιού τύπου ακροφυσίων με νέας τεχνολογίας (air induction anti-drift) (βλ. Δράση 10). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση αφενός των ποσοτήτων των ζιζανιοκτόνων, τα οποία αποτελούσαν και την πιο σημαντική εισροή στην πιλοτική περιοχή (βλ. Δράση 2) και αφετέρου τη μείωση της διασποράς του ψεκαστικού νέφους και την ελαχιστοποίηση των παρενεργειών. Επίσης μειώθηκε, με τη χρήση νέου μηχανισμού, η απελευθέρωση σκόνης γεωργικών φαρμάκων στο περιβάλλον από τον επενδυμένο σπόρο με φάρμακα. Τέλος σε αυτόν τον τομέα έγινε πρόταση, η οποία έγινε αποδεκτή από τους παραγωγούς, για αλλαγή του τρόπου ζιζανιοκτονίας στη καλλιέργεια του καλαμποκιού. Ειδικότερα, προτάθηκε η μεταμορφωτική χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων έναντι της προφυτρωτικής με πλεονέκτημα την ορθή αξιολόγηση της ανάγκης της δόσης επέμβασης κ.α. Στο θέμα της μείωσης της χρήσης γ.φ. στο απαραίτητο επίπεδο έγιναν δύο καινοτόμες δράσεις στον τρόπο εφαρμογής των ζιζανιοκτόνων: Α) τα προφυτρωτικά/ενσωματούμενα ζιζανιοκτόνα εφαρμόστηκαν στο 8% της έκτασης του βαμβακιού με γραμμικούς ψεκασμούς επί της γραμμής σποράς επιτυγχάνοντας μείωση ζιζανιοκτόνων κατά τουλάχιστον 65% στα τεμάχια που έγιναν ενώ στα υπόλοιπα αγροτεμάχια, τα ζιζανιοκτόνα εφαρμόστηκαν με ρυθμισμένα ψεκαστικά μηχανήματα εξασφαλίζοντας τη μείωση του όγκου/δόσης εφαρμογής τους και
Β) μεταφυτρωτικά με τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, αισθητήρων ανίχνευσης, χλωροφύλλης για εστιασμένη εφαρμογή του ζιζανιοκτόνου glyphosate στο 67% των χωραφιών που εφάρμοσαν το φάρμακο (7% επί του συνόλου της έκτασης βαμβακιού). Σε αυτή την Δράση έγινε μεγάλη προσπάθεια ένταξης του θείου για την αντικατάσταση μυκητοκτόνων-ακαρεοκτόνων λόγω της προστατευτικής του δράσης έναντι του ωδίου της τομάτας αλλά και ακάρεων όπως ο τετράνυχος.
Στο πλαίσιο εφαρμογής στρατηγικών για τη διαχείριση ανθεκτικότητας, δόθηκαν οδηγίες στους παραγωγούς και έγινε εκπαίδευση σε αυτούς και τους γεωπόνους ως προς τα κριτήρια με τα οποία γίνεται η επιλογή διαφορετικών ομάδων γ.φ. βάσει της αποτελεσματικότητας και του κινδύνου ανάπτυξης ανθεκτικότητας.
Τέλος, στο κομμάτι τήρησης αρχείων, καταγραφών και ελέγχου της επιτυχίας έγιναν ριζοσπαστικές τομές στην περιοχή γιατί για πρώτη φορά πανελλαδικά συνδέθηκαν οι εισροές με αγροτεμάχια και κωδικούς ΟΣΔΕ (εργαλείο μελλοντικής παρακολούθησης σε εθνικό επίπεδο), αποτυπώθηκαν χωροταξικά και έγινε άμεσος έλεγχος της επιτυχίας εφαρμογής των LCM με ποσοτικά, ποιοτικά και περιβαλλοντικά κριτήρια.
Η σύγκριση των εισροών μεταξύ του 2010 σε σχέση με το 2009 δεν υπήρξε εύκολη. Οι καλλιέργειες σε κάποιες περιπτώσεις εναλλάσσονταν, καθώς επίσης και τα φάρμακα τα οποία επέλεγαν οι παραγωγοί. Για την συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσμάτων τα οποία αποτελούν το μεγαλύτερο κομμάτι της παρούσης, έχει επιλεγεί να παρουσιαστούν οι μεταβολές στις συνολικές ποσότητες των κυρίαρχων γ.φ σε κάθε μία από τις καλλιέργειες της πιλοτικής περιοχής καθώς επίσης και η ανηγμένη, ανά επιφάνεια εφαρμογής,  ποσότητα δραστικής ουσίας για τη διευκόλυνση της σύγκρισης 2009 και 2010 (για τα κυριότερα σε εισροές γ.φ). Το δεύτερο κρίνεται απαραίτητο γιατί όπως προαναφέρθηκε μεταβλήθηκαν οι εκτάσεις των επιμέρους καλλιεργειών, οι δόσεις και οι τρόποι ψεκασμού κ.α.
Στο βαμβάκι στο σύνολο των ποσοτήτων καταγράφηκαν μειώσεις για τα γεωργικά φάρμακα κατά 17,6% (1072 το 2010 σε σχέση με 1.301  κιλά το 2009). Ειδικότερα για τα σημαντικότερα γ.φ , οι μειώσεις ήταν α)  fluometuron: 24.95%, β) S-metolachlor :30,2%, γ) glyphosate-salt :6,6% και δ) chlorpyrifos: 83,8%,  στην καλλιεργητική περίοδο του 2010 σε σχέση με αυτή του 2009. Επίσης παρατηρήθηκε αύξηση της ethafluralin κατά 6.8%. Το συνολικό ισοζύγιο της όλης κατάστασης υπήρξε θετικό γιατί καταγράφηκαν σημαντικές μειώσεις των ποσοτήτων δ.ο. ανά στρέμμα (1.000 τ.μ.) για τα glyphosate-salt, pendimethalin και trifluralin (0.16 vs. 0.23, 0.10 vs. 0.13, 0.057 vs. 0.096 Kg/στρέμμα, για την καλλιεργητική περίοδο 2010 και 2009 αντίστοιχα) και μικρότερες μειώσεις για τις δ.ο. ethafluralin, fluometuron, s-metolachlor (0.12 vs. 0.14, 0.110 vs. 0.113, 0.11 vs. 0.12 Kg/στρέμμα, για την καλλιεργητική περίοδο 2010 και 2009 αντίστοιχα).
H σύγκριση των δύο ετών στο καλαμπόκι έδειξε ότι στα δύο κοινά, μεταξύ των δύο καλλιεργητικών περιόδων του 2009 και 2010 ζιζανιοκτόνα terbuthilazin και foramsulfuron, παρατηρήθηκε 86 και 68% μείωση των ποσοτήτων τους, αντίστοιχα. Η μείωση ανηγμένη στην μονάδα επιφανείας ήταν 14 και 3%. Το ζιζανιοκτόνο acetochlor μειώθηκε κατά 100% στο καλαμπόκι. Οι μειώσεις σε σχέση με το 2009 επί του συνόλου των ποσοτήτων γ.φ ανήλθαν σε 91.8%  (10 vs 124 κιλά).
Αντίστοιχα, οι μειώσεις στη βιομηχανική τομάτα στις κοινές δραστικές ουσίες μεταξύ των 2 ετών, στο s-metolachlor (κυρίαρχη δραστική το 2009)  και στην abamectin ήταν 11% και 16%, αντίστοιχα. Η ουσία myclobutanil μειώθηκε κατά 100%.  Από την άλλη μεριά, κατά την καλλιεργητική περίοδο 2010 είχαμε μια μοναδική στα χρονικά της χώρας μας έξαρση προσβολής από πράσινο σκουλήκι, φυλλορύκτες αφίδες και ακάρεα.  Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να καταγραφούν αυξημένες ποσότητες εντομοκτόνων/ακαρεοκτόνων στην τομάτα (δ.ο. indoxacarb, propargite, dimethoate, cypermethrin) σε σχέση με την καλλιεργητική περίοδο 2009.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των συνολικών εισροών κατά 25% (73 vs 58 κιλά ), η οποία όμως  οφείλεται κατά αποκλειστικότητα σε μια ομάδα μόνο γ.φ τα οποία κατ’ εξαίρεση χρησιμοποιήθηκαν (βάσει ιστορικών δεδομένων) το 2010 στην καλλιέργεια σε αυξημένες ποσότητες. Αυτές οι εισροές εντομοκτόνων θα χρησιμοποιηθούν κυρίως ως βάση σύγκρισης μεταξύ των καλλιεργητικών περιόδων του 2010 και 2011 δεδομένου ότι ένα δυναμικό σύστημα LCM δεν αποτελεί μόνο σύστημα  μείωσης γ.φ (μιας και οι πληθυσμιακές δυναμικές  στα αγρο-οικοσυστήματα δεν είναι ποτέ σταθερές), αλλά και  σύστημα δράσης και ανάδρασης που αναπροσαρμόζεται έτσι ώστε τελικά να  μειώνονται οι χημικές εισροές στις  απολύτως απαραίτητες για τη κάθε περίπτωση (βάσει βεβαίως τεκμηρίωσης). 
Εν κατακλείδι, οι ποσότητες ως απόλυτες τιμές  δεν αποτελούν από μόνες τους δείκτη επικινδυνότητας αν δεν συνοδεύονται από αξιολόγηση του κινδύνου συγκεκριμένων χρήσεων γ.φ για το περιβάλλον. Στα πλαίσια του EcoΡest  πιστεύεται ότι οι βελτιώσεις που επιτεύχθηκαν όσον αφορά στα γ.φ και στα μέσα και στους τρόπους εφαρμογής τους αποτυπώθηκαν και στα περιβαλλοντικά δείγματα νερού και χώματος τα οποία έδειξαν μειώσεις συγκεντρώσεων ζιζανιοκτόνων το Σεπτέμβρη του 2010 σε σχέση με το 2009 στα πηγάδια και το έδαφος.
Στο τομέα ανάπτυξης λιπαντικής αγωγής προσαρμοσμένης στις εδαφικές κλάσεις που προσδιορίστηκαν στην περιοχή καταγράφεται αύξηση 3.4%, 7.4% και 8.1% των εφαρμοζόμενων λιπαντικών μονάδων για τις καλλιέργειες βαμβακιού, αραβοσίτου και βιομηχανικής τομάτας, αντίστοιχα ενώ αντιθέτως σε 5 από τις 8 θέσεις της εγκατάστασης του δικτύου παρακολούθησης της ακόρεστης ζώνης, όπου διατηρείται σταθερή η καλλιέργεια κατά τα δύο συνεχόμενα έτη 2009 και 2010, παρατηρείται σαφής μείωση της εφαρμοζόμενης λιπαντικής αγωγής. Η πιλοτική περιοχή υλοποίησης του έργου εντάσσεται στις περιοχές της χώρας όπου εφαρμόζεται το πρόγραμμα νιτρορύπανσης με χρονικό ορίζοντα εφαρμογής  5 ετών και λήξη το 2011. Η συμμετοχή στο πρόγραμμα νιτρορύπανσης ενέχει την υποχρέωση τήρησης της μη υπέρβασης της εφαρμοζόμενης λιπαντικής αγωγής ανά καλλιέργεια. Η λιπαντική αγωγή που οφείλουν να τηρήσουν οι συμμετέχοντες στη δράση αυτή παραγωγοί ανέρχεται ανά στρέμμα σε 11, 14.5 και 9 μονάδες αζώτου για το βαμβάκι, τον αραβόσιτο και τη βιομηχανική τομάτα, αντίστοιχα (βλέπε Δράση 2). Η λιπαντική αυτή αγωγή αποτελεί τη μέση αγωγή ανά καλλιέργεια με βάση το θεσμοθετημένο Σχέδιο Δράσης, απομειωμένη κατά ποσοστό 20% και δεν εξειδικεύεται με βάση το αρδευτικό σύστημα και τον εδαφικό τύπο. Είναι προφανές ότι η δέσμευση που απορρέει από τη συμμετοχή των παραγωγών στο πρόγραμμα νιτρορύπανσης, επιβάλλει λιπαντική αγωγή μειωμένη σε σχέση με την βέλτιστη προτεινόμενη που υπολογίστηκε στο πλαίσιο σύστασης του LCM, καθώς στα πλαίσια συμμετοχής στο πρόγραμμα οι παραγωγοί λαμβάνουν αποζημίωση για τη υφιστάμενη μείωση παραγωγής. Πρωταρχικός στόχος της οδηγίας νιτρορύπανσης είναι ο περιορισμός των γεωργικών εισροών ανεξάρτητα από την επιτυγχανόμενη πρόοδο ανά καλλιεργούμενο στρέμμα. Σε αντίθεση, η προτεινόμενη από το LCM αγωγή αποσκοπεί στη μείωση των γεωργικών εισροών με διατήρηση υψηλών αποδόσεων και βέλτιστη χρήση των χρησιμοποιούμενων λιπασμάτων και μετά την εφαρμογή του έργου. Σε μια απόπειρα προσομοίωσης του τι θα συμβεί αν μετά το 2011 εφαρμοστεί η προτεινόμενη από το EcoPest λίπανση, τα αποτελέσματα είναι θεαματικά. Ειδικότερα, στο σύνολο της περιοχής, η υιοθέτηση της προτεινόμενης λιπαντικής αγωγής θα είχε σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό των εισροών κατά 19.889 kg N, δηλαδή κατά 24.78%, σε σχέση με τη δυνητικά εφαρμοζόμενη ποσότητα βάσει της «εμπειρίας» και της μη στοιχειοθετημένης αγωγής που φαίνεται ότι ακολουθείται στην περιοχή παραδοσιακά. Μόνο σε αυτήν την οικονομική βάση εξορθολογισμού της χρήσης λιπασμάτων, βάσει κρίσιμων εργαλείων όπως είναι ο εδαφολογικός χάρτης  που φτιάχτηκε από το πρόγραμμα και τα δεδομένα της μελέτης ανοργανοποίησης του αζώτου καθώς επίσης και της κατάρτισης των εμπλεκόμενων παραγωγών και συμβούλων τους, το μέτρο μείωσης χρήσης των αζωτούχων λιπασμάτων σε σχέση με το παρελθόν που οδήγησε στην ρύπανση από νιτρικά ιόντα, θα τύχει εφαρμογής, εξοικονομώντας πόρους από αλόγιστη χρήση και εξασφαλίζοντας το μέγιστο της απόδοσης.

 

Τελευταία νέα